Διάβασε

Η φορολόγηση των Ομαδικών Συνταξιοδοτικών Προγραμμάτων

Πολλές επιχειρήσεις, θυγατρικές πολυεθνικών ομίλων και μη, παρέχουν στα στελέχη τους τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε ομαδικά ασφαλιστήρια συνταξιοδοτικά προγράμματα.

Τα προγράμματα αυτά προβλέπουν συνήθως την καταβολή ασφαλίστρων, τόσο από τον εργοδότη όσο και από τον εργαζόμενο και την απόληψη ενός ποσού ασφαλίσματος κατά το τέλος του προγράμματος, είτε εφάπαξ είτε με τη μορφή περιοδικά καταβαλλόμενης (πχ μηνιαίας) σύνταξης.

Πως φορολογούνται

Σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Ν. 4172/2013 (ΚΦΕ), ο οποίος ισχύει από 1/1/2014, τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου, στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων εξαιρούνται από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συνεπώς αυτά τα ποσά δεν φορολογούνται ως μισθός για τον εργαζόμενο κατά το χρόνο αυτό (άρθρο 14, παρ.1 (ι) .

Αντίθετα θα προκύψει αυτοτελής φορολόγηση κατά το χρόνο λήξης του συνταξιοδοτικού προγράμματος, όταν δηλαδή ο εργαζόμενος θα εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρεία το ασφάλισμα είτε εφ εφάπαξ, είτε ως περιοδική σύνταξη (άρθρο 15 παρ.14 ΚΦΕ). Ο φόρος υπολογίζεται:
α) σε 15% για κάθε περιοδικά καταβαλλόμενη παροχή
β) σε 10% για εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή μέχρι 40.000 ευρώ
γ) σε 20% για εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή κατά το μέρος που υπερβαίνει τις 40.000 ευρώ.

Οι παραπάνω συντελεστές προσαυξάνονται κατά 50% σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς (δηλ. πριν τη λήξη του συμβολαίου). Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που πραγματοποιείται σε εργαζόμενο, ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του, καθώς και κάθε καταβολή που γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζομένου, όπως σε περίπτωση απόλυσής του ή πτώχευσης του εργοδότη.

Αντίθετα, η είσπραξη του ασφαλίσματος, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζόμενου από την επιχείρηση (εφόσον δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις) συνιστά περίπτωση πρόωρης εξαγοράς.

Με το αριθ. ΔΕΑΦ 1160724 ΕΞ 2016/3.11.2016 έγγραφο της ΑΑΔΕ έγινε δεκτό ότι στην περίπτωση ομαδικών συνταξιοδοτικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των οποίων η διάρκεια πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με βάση την κείμενη νομοθεσία (ενδεικτικά, ομαδικά συνταξιοδοτικά ασφαλιστήρια συμβόλαια με διάρκεια άνω των 15 ετών), έστω κι αν κατά τη λήξη του ομαδικού συνταξιοδοτικού ασφαλιστηρίου οι δικαιούχοι δεν συνταξιοδοτούνται πράγματι από τον ασφαλιστικό τους φορέα, η καταβολή του ασφαλίσματος δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά και συνεπώς δεν εφαρμόζεται η προσαύξηση του 50%.

Η ανωτέρω θέση, ισχύει για περιπτώσεις υποχρεωτικής λήξης συμβολαίων. Όταν δηλαδή η λήξη του ομαδικού ασφαλιστήριου συμβολαίου γίνεται υποχρεωτικά και ανεξαρτήτως από τη βούληση των ασφαλισμένων.

Αντίθετα, στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου για τους εργαζόμενους μιας επιχείρησης, αυτοί συμμετέχουν στο εν λόγω πρόγραμμα με τη βούλησή τους, και άρα η καταβολή του ασφαλίσματος στους εργαζομένους αυτούς στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστικών συμβολαίων θεωρείται πρόωρη εξαγορά και συνεπώς εφαρμόζονται οι φορολογικοί συντελεστές των περιπτώσεων α και β της παρ. 4 του άρθρου 15 του ΚΦΕ με την προσαύξηση του 50% (ΔΕΑΦ 1191444 ΕΞ 2017/21.12.2017).

Ο προαναφερθείς φόρος παρακρατείται κατά την πληρωμή του ασφαλίσματος από τις ασφαλιστικές εταιρείες (άρθρα 59 και 62 ΚΦΕ) και δεν οφείλεται περαιτέρω φόρος εισοδήματος από τους δικαιούχους για το ποσό αυτό. Ωστόσο, το ληφθέν ασφάλισμα βαρύνεται με ειδική εισφορά αλληλεγγύης συναθροιζόμενο με τα λοιπά εισοδήματα του φορολογουμένου κατά την εκκαθάριση της δήλωσής του.

Σημειώνεται, ότι τα ποσά που καταβάλουν οι ασφαλιστικές εταιρείες στους δικαιούχους εμφανίζονται προ-συμπληρωμένα στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματός τους.

Τέλος, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου και είσπραξης του ποσού του ασφαλίσματος από τους κληρονόμους, η εν λόγω παροχή υπόκειται σε φορολογία κληρονομιών.

Ποσά που εισπράχθηκαν πριν την 23/1/2013

Ο ανωτέρω τρόπος αυτοτελούς φορολόγησης εφαρμόστηκε για πρώτη φορά δυνάμει του Ν.4110/2013 (άρθρο 7, παρ.3) στα συνταξιοδοτικά προγράμματα που εισπράχθηκαν κατά το διάστημα 23/1/2013-31/12/2013 (έκτοτε ισχύει ο νέος ΚΦΕ).

Πριν την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση δεν υπήρχε ρητή διάταξη η οποία να ρυθμίζει ειδικά το θέμα. Ωστόσο, το 2009 το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ) επί συγκεκριμένης περίπτωσης που τέθηκε υπόψη του, και συγκεκριμένα για το ομαδικό συνταξιοδοτικό πλάνο του Οργανισμού Αθήνα 2004, αποφάνθηκε ότι η εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή φορολογείται στο πρόσωπο του δικαιούχου ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες κατά το χρόνο που αποκτήθηκε το δικαίωμα είσπραξής της.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δόθηκε στους δικαιούχους η δυνατότητα υποβολής συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος χωρίς την επιβολή προστίμων. Η εν λόγο γνωμοδότηση υιοθετήθηκε από τη διοίκηση με την Πολ 1105/2011.

Έκτοτε, το ΝΣΚ έκρινε σε γνωμοδοτήσεις του, όπως στην πρόσφατη ΝΣΚ 266/2017 (η οποία υιοθετήθηκε από τη φορολογική Διοίκηση με την ΠΟΛ 1020/2018), ότι το ασφάλισμα που καταβλήθηκε στους δικαιούχους, στα πλαίσια ομαδικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, πριν από την 23/1/2013, αποτελεί εισόδημα των εργαζομένων από μισθωτές υπηρεσίες, το οποίο υπόκειται σε φορολόγηση σύμφωνα με τον προϊσχύοντα ΚΦΕ Ν.2238/1994 (άρθρο 45) κατά τον χρόνο που αποκτήθηκε το δικαίωμα είσπραξης αυτής. Και αυτό, ανεξαρτήτως του εάν η καταβολή των ασφαλίστρων για τον μισθωτό κατά τη διάρκεια το προγράμματος έγινε χωρίς σχετική υποχρέωση του εργοδότη, δηλαδή εξ ελευθεριότητάς του.

Το ασφάλισμα φορολογείται κατά το μέρος που αντιστοιχεί στα καταβληθέντα από τον εργοδότη ασφάλιστρα, για τα οποία δεν είχε καταβληθεί φόρος εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών.

Στην περίπτωση της μερικής καταβολής του ασφαλίστρου από τον εργαζόμενο, η παροχή-ασφάλισμα κατά το μέρος που αντιστοιχεί σε ασφάλιστρα καταβληθέντα από τον εργαζόμενο, δεν φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, εκτός εάν τα ασφάλιστρα εξέπεσαν από το ακαθάριστο εισόδημά του και δεν φορολογήθηκαν, οπότε φορολογείται.

Δεδομένου, ότι η φορολογική μεταχείριση αυτών των ασφαλιστικών παροχών ρυθμίστηκε ρητά από το 2013 και μετά, σε αρκετές περιπτώσεις οι δικαιούχοι που εισέπραξαν τέτοια ποσά πριν το 2013 δεν τα δήλωσαν προκειμένου να φορολογηθούν. Αξίζει να σημειωθεί βέβαια, ότι τα έτη έως το 2011 έχουν κατ αρχήν παραγραφεί, πλην των περιπτώσεων που συντρέχει παράταση της παραγραφής (μη υποβολή φορολογικής δήλωσης, υπεισέλευση σε γνώση της φορολογικής διοίκησης συμπληρωματικών στοιχείων, κλπ.).

Τζένη Πάνου
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Λογιστής», Τεύχος Απριλίου 2018

This website uses cookies to improve your experience, as well as for advertising purposes. By using our website and agreeing to this policy, you are accepting the use of cookies. To find out more about our cookie policy please click here.

Accept