NEWSROOM

Απαλλαγή δανείων από χαρτόσημο




Εδώ και δεκαετίες οι επιχειρήσεις ταλαιπωρούνται δικαστικά με φορολογικές υποθέσεις που αφορούν στην επιβολή τελών χαρτοσήμου σε δάνεια, που δίνουν ή λαμβάνουν από άλλες επιχειρήσεις. Ο κώδικας Τελών Χαρτοσήμου, αποτελεί ένα παρωχημένο νομοθέτημα των αρχών του 20ου αιώνα (ΠΔ της 28/7/1931), για την κατάργηση του οποίου έχει γίνει πολύς λόγος, εξακολουθεί ωστόσο να ισχύει.

Ιδιαίτερα, η χαρτοσήμανση δανείων μεταξύ επιχειρήσεων ήταν ένα σημείο τριβής με τις φορολογικές αρχές: οι επιχειρήσεις, ακολουθώντας τις σχετικές εγκυκλίους της Διοίκησης, η οποία παγίως έκανε δεκτή την αρχή της χωρικότητας του τέλους, υπέγραφαν και εκτελούσαν τις δανειακές τους συμβάσεις στο εξωτερικό, κάνοντας χρήση τραπεζικών λογαριασμών στην αλλοδαπή, προκειμένου να αποφύγουν την επιβολή χαρτοσήμου. Δυστυχώς, η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων των τελευταίων ετών έκρινε ότι και τα προαναφερθέντα δάνεια θεωρούντο ως εκτελεσθέντα στην ημεδαπή, εφόσον το ποσό του δανείου κατέληγε τελικά σε ελληνικό τραπεζικό λογαριασμό, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να καλούνται να καταβάλουν υπέρογκα τέλη χαρτοσήμου και πρόστιμα, καθόσον συχνά τα ποσά των δανείων που λάμβαναν για την χρηματοδότησή τους ήταν ιδιαίτερα υψηλά.

Ωστόσο πλέον, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει με δυο σημαντικότατες αποφάσεις (ΣτΕ 2163-4/2020, 2323-5/2020) τα εξής:   Η χορήγηση, έστω και ευκαιριακά, έντοκου χρηματικού δανείου από πρόσωπο  υποκείμενο σε ΦΠΑ (ήτοι επιχείρηση),  απαλλάσσεται των τελών χαρτοσήμου. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η χορήγηση δανείου (από πρόσωπο υπαγόμενο στον ΦΠΑ) με τόκο, ήτοι έναντι ανταλλάγματος, συνιστά παροχή υπηρεσιών από επαχθή αιτία, και ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ, αν και συνιστά απαλλασσόμενη (του ΦΠΑ) δραστηριότητα.  Συνεπώς, η διάταξη του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, που επέβαλε χαρτόσημο στα δάνεια αυτά, έχει καταργηθεί ήδη από την 1.1.1987, όταν δηλαδή ξεκίνησε να ισχύει ο νόμος περί ΦΠΑ.

Πρέπει να τονιστεί, ότι η απαλλαγή παρέχεται υπό τις εξής προϋποθέσεις: το δάνειο πρέπει (α) να παρέχεται από πρόσωπο υποκείμενο σε ΦΠΑ (ήτοι επιχείρηση) και β)  να είναι έντοκο, ήτοι να υφίσταται αντάλλαγμα για την παροχή του. Η απαλλαγή ισχύει ακόμα και αν το δάνειο παρέχεται ευκαιριακά, δηλαδή και εάν ακόμα, η χορήγηση πιστώσεων δεν αποτελεί την κύρια οικονομική δραστηριότητα του δανειστή. Περαιτέρω,  εξ όσων γνωρίζουμε, το ΣτΕ εξέδωσε πρόσφατα και νέα απόφαση για την απαλλαγή από το χαρτόσημο των λεγόμενων συμβάσεων “cash pooling” που συνάπτονται μεταξύ των εταιρειών πολυεθνικών ομίλων, ωστόσο η σχετική απόφαση δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί.

Ως προς τα ανωτέρω, η Φορολογική Διοίκηση δεν έχει λάβει προς το παρόν επισήμως θέση με την έκδοση σχετικής εγκυκλίου.

Παρολαυτά, ήδη η Διεύθυνση Επίλυσης διαφορών υιοθέτησε εμπράκτως την ανωτέρω νομολογία σε πρόσφατες αποφάσεις της και δικαίωσε φορολογούμενους, που είτε τους είχε επιβληθεί χαρτόσημο στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, είτε είχαν αιτηθεί την επιστροφή του χαρτοσήμου που είχαν πληρώσει ως αχρεωστήτως καταβληθέντος και η Φορολογική διοίκηση είχε αρνηθεί την επιστροφή.

Συγκεκριμένα, επιχειρήσεις που έχουν καταβάλει τέλη χαρτοσήμου επί δανείων, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής τους με βάση τα ανωτέρω, δύνανται να ζητήσουν εγγράφως από την Φορολογική Διοίκηση την επιστροφή των τελών αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων,  εντός των νομίμων προθεσμιών παραγραφής και ακολουθώντας τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Τονίζουμε, ότι ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας ορίζει ότι η αξίωση για επιστροφή φόρου, ο οποίος καταβλήθηκε αχρεωστήτως παραγράφεται κατά το χρόνο που παραγράφεται το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης για έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου, ήτοι εντός πέντε ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της σχετικής δήλωσης.


Τζ. Πάνου
Δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη εφημερίδα Καθημερινή στις 21/08/2022